Pick Language

Nikos Chryssos

Picture of Greek winner Nikos Chryssos

Born in 1972 in Athens, Nikos Chryssos (Νίκος Χρυσός) studied at the Department of  Biology at the National and Kapodistrian University of Athens and at the Department of Film Direction at the School of Cinematography ‘Lykourgos Stavrakos’. He is the owner of an old books’ store in Athens. He wrote the novels The Secret of the Last Page (Το μυστικό της τελευταίας σελίδας, Kastaniotis Editions 2009) and New Day (Καινούργια μέρα, Kastaniotis Editions 2018). In 2014 he edited the annotated revised edition of the book Unforgettable Times (Αξέχαστοι καιροί) by Lefteris Alexiou as well as the collected volume Stories of Books (Ιστορίες βιβλίων), both published by Kastaniotis Editions.  Since September 2018 he has been the Vice-President of the Greek Section of the ‘International Society of Friends of Nikos Kazantzakis’ (ISFNK).

Winning Book

Νίκος Χρυσός, Καινούργια μέρα (New day)

The book records the adventures of a homeless group who live and die in some southern European port. The central character called Sebastian is murdered. Ηis four mates, who remorsefully search for the deeper essence of his life and death, by delving into their shared memories, as well as his stories which are precious inheritance for them, they revivify their history in a sequence of episodes which alternate with Sebastian’s stories. Paul, one of the murderers, shaken by the savagery of the murder, becomes a mystic and a martyr, as it happened with Apostle Paul who bore the same name. His advice directs his four friends to record their memories and produce new artistic narratives endlessly. Sebastian remains, however, the great absentee. The New Day narrates the human adventure -- murder and redemption, cruelty and compassion, being at its core an allegory for the natural and the supernatural essence of narration.

Publishing House

Email Address: 
Phone No.: 
+30 697 3310428
Organisation: 
Ismini Kouroupi (Kastaniotis Editions)

Agent / Rights Director

Phone No.: 
+30 210 2432473 | +30 697 727 6743
Email Address: 
Represenative: 
Catherine Fragou (Iris Literary Agency)

Excerpt

Μετά τα ασθενοφόρα και την Πυροσβεστική, έπειτα από τους νταγλαράδες της υπηρεσίας Προστασίας του Πολίτη και τα τσουτσέκια της Δημοτικής Αστυνομίας, ήρθε η σειρά της υδροφόρας και των υπαλλήλων καθαριότητας, οι οποίοι βάλθηκαν να καταβρέχουν και να τρίβουν τις στάχτες, τα καμένα λίπη και τα αίματα που είχαν αναμιχθεί σε μια πηχτή κηλίδα λάσπης στο πλάτωμα του παλιού αμαξοστασίου. Τρεις σκουπιδιάρες είχαν αράξει στο μπάσιμο της αλάνας και οι οδηγοί κάπνιζαν μπαϊλντισμένοι δίπλα στις καμπίνες, ενώ έξι άντρες με πορτοκαλί φόρμες τάιζαν τους περιστρεφόμενους κάδους με χαρτόκουτες, ξεβαμμένους μουσαμάδες, κουρελόπανα και ξύλινα κασόνια που κατά τη γνώμη μας δεν ήταν καθόλου για πέταμα. Δυο άλλοι, ντυμένοι στα πράσινα κι οπλισμένοι με βαριές συρμάτινες σκούπες, έτριβαν τον λεκέ, κουρασμένοι ήδη από το μάταιο της προσπάθειας, αφού καταβάθος γνώριζαν πως θα χρειαζόταν καιρός, κάμποσες βροχές κι αρκετός ήλιος για να σβηστούν τα ίχνη που άφησε ο φίλος μας. Το μόνο που κατάφερναν με το τρίψιμο ήταν να ζωντανεύει η μυρουδιά που είχε καθίσει στο τσιμέντο, μια οσμή άγρια και βαριά που ’κανε τα μάτια μας να θολώνουν και υποχρέωνε τους καθαριστές να στέκουν κάθε τόσο και να φτύνουν πικρές ροχάλες. Εν τω μεταξύ η υδροφόρα έστελνε κατά διαστήματα πίδακες νερού προς κάθε κατεύθυνση ραντίζοντας τις σκουριασμένες λαμαρίνες σαν να ήταν ποτιστική βεντάλια και οι ελάχιστοι κουρελήδες που είχαν ξεμείνει μέσα στα παρατημένα τροχοφόρα κούρνιαζαν κάτω απ’ τα σκεπάσματα, ελπίζοντας να τελειώσει το πανηγύρι πριν γίνουν μουσκίδι ως το κόκαλο. Πριν ολοκληρωθούν οι εργασίες καθαριότητας, άρχισαν να πέφτουν πυκνές νιφάδες και μέχρι το βράδυ ολόκληρο το Λιμάνι είχε καλυφθεί από ένα στρώμα χιονιού που έφτανε έως τη θάλασσα κι όταν αποχώρησαν τα οχήματα και οι άντρες του δήμου, οι άστεγοι ξεμύτισαν από τα μεταλλικά καταλύματά τους γυρεύοντας ζεστές γωνιές για να ξεχειμωνιάσουν και το αμαξοστάσιο έμεινε έρημο για σαράντα μέρες, όσο κράτησε δηλαδή εκείνο το πρωτόγνωρο κύμα ψύχους που παρέλυσε μια πόλη μαθημένη σε ήπιους μεσογειακούς χειμώνες, μαλακούς γραίγους, ντροπαλά μαϊστράλια και σύντομες τραμουντάνες.

Όλο εκείνο το διάστημα οι άνθρωποι περιόρισαν τόσο τις μετακινήσεις τους, ώστε στριμωγμένοι στις εισόδους των παλιών μεσοαστικών πολυκατοικιών του Α τομέα –στις «σπηλιές των γερόντων», όπως ήταν λίγο πολύ γνωστές στο σινάφι– σπάνια αναγκαζόμασταν να παραμερίσουμε για να μπει ή να βγει κάποιος τολμηρός υπερήλικας που αψηφούσε το κρύο, κι ακόμα και τότε κανείς δεν μας έδιωξε ούτε καν μας στραβοκοίταξε όπως συνήθως. Μικρές σταγόνες γλιστρούσαν από τα καλώδια και πριν προφτάσουν να σκάσουν στην άσφαλτο, πάγωναν η μια κάτω από την άλλη σχηματίζοντας μακριά κρυσταλλικά κορδόνια που έλαμπαν σαν στολίδια ώσπου ένα ξαφνικό ρεύμα αέρα να τα κατακρημνίσει. Εκατοντάδες τέτοιες αιχμηρές προεξοχές κρέμονταν πάνω απ’ τα κεφάλια μας κι όμως εμείς θρηνούσαμε κάθε τους πτώση, ανεξήγητα. Έτσι κατάλευκη η πόλη είχε χάσει την περπατησιά της κι αυτό επέτεινε μιαν αίσθηση αποπροσανατολισμού που είχε παρεπιδημήσει άξαφνα μέσα μας. Οι θόρυβοι είχαν σωπάσει και ήταν σαν να ’χε το λευκό βάψει και τα αυτιά εκτός από τα μάτια μας· μόνο ένα φύσημα ακουγόταν τα πρωινά κι ένα ελαφρύ σφύριγμα, λες και βρισκόμασταν μέσα σε μια τεράστια μπάλα που ξεφούσκωνε. Ακόμα κι οι μπάτσοι, που περιπολούσαν δυο δυο τις λεωφόρους, δεν μας έδιναν σημασία παρά έσπρωχναν τα βήματά τους, κι έτσι σφιγμένα από το κρύο τα μούτρα τους μας ήταν παντελώς άγνωστα σαν να μην είχαμε ανταμώσει ποτέ πριν, σαν να μη μας είχαν διώξει, απειλήσει, κυνηγήσει, μαντρώσει τόσες εκατοντάδες μέρες στην ίδια πόλη. Ένα πρωί είδαμε κάποιον αστυνόμο να στέκεται δίπλα σ’ έναν παγωμένο μπόγο στο παγκάκι μιας στάσης, περιεργάστηκε για μια στιγμή το ξαπλωμένο σώμα και με τα μούτρα γκρίζα σαν τη στάχτη γονάτισε κι άπλωσε το δεξί χέρι ίσα για να του κλείσει τα μάτια.

«Δεκάδες άστεγοι πεθαίνουν από το κρύο σε όλη τη χώρα», έγραψε κάποιος δημοσιογράφος σ’ ένα μονόστηλο στο πρωτοσέλιδο μιας απογευματινής εφημερίδας κάτω από τον κεντρικό τίτλο που υποσχόταν «ενδυνάμωση του κοινωνικού κράτους και παράλληλη ενίσχυση της κατανάλωσης».

«Ο τύπος στο παγκάκι λες να ’ταν νεκρός;» αναρωτήθηκε ο Λάκυ κι έπειτα απόλυτα βέβαιος: «Τον σκέπασε ο μπάτσος μέχρι πάνω και τη γλίτωσε», συμπλήρωσε καθησυχαστικά.

Το ίδιο πάντως βράδυ συνομολογήσαμε πως ήταν μια παρηγορητική εικόνα· ο ουρανός φάνταζε αβάσταχτα λευκός για να ξεμείνεις με τα μάτια ανοιχτά. Ακούγεται αστείο, μα ήταν ό,τι πιο κοντινό στη συμπόνια μπορέσαμε να σκεφτούμε.

Δυο φορές τη μέρα διασχίζαμε τους ημιέρημους δρόμους κι ανταμώναμε στα συσσίτια, που είχαν γίνει πολύ τακτικά λόγω ψύχους. Η σούπα πάγωνε προτού τη φέρεις στα χείλη και το λίπος έφτιαχνε αραιές κηλίδες στην επιφάνειά της, όμως ακόμα κι έτσι ήμασταν πιο χορτάτοι απ’ όσο συνήθως.

«Ας έχουμε θερμίδες αφού δεν μπορούμε να έχουμε θέρμανση», είπε κάποιος, αλλά κανέναν δεν ανακούφισαν τα λόγια του.

Μονάχα δυο Πακιστανάκια, τα οποία δεν καταλάβαιναν ακόμα τη γλώσσα, χαμογέλασαν δουλικά, αν ήταν χαμόγελα αυτά κι όχι μια θλιβερή προσπάθεια να ξεπαγώσουν τις μασέλες τους.

Μετά το γεύμα ή το δείπνο δοκιμάζαμε να ξαναθυμηθούμε ιστορίες που είχαμε ακούσει από εκείνον επιδιώκοντας να τις καθαρίζουμε από υπερβολές και ανοησίες που παρεισέφρεαν κατά την επαναδιήγησή τους από τον έναν ή τον άλλον, λες και ήταν δυνατόν να φτιάξουμε μια συλλογή, μια ανθολογία αποτελούμενη μονάχα από δικές του λέξεις στη σωστή σειρά. Συχνά οι ιστορίες άλλαζαν θέμα ή περιεχόμενο, αλλά στην πραγματικότητα κανείς δεν μπορούσε να είναι βέβαιος για το ποιες από αυτές είχε αφηγηθεί ο ίδιος ο Σεβαστιανός και ποιες ήταν μπολιασμένες με περιστατικά από τη δική μας ζωή, αφού ζαλισμένοι από την απώλεια είχαμε, περισσότερο από ποτέ, ανάγκη από εύηχα παραμύθια κι αποκαλυπτικούς μύθους, από διηγήσεις που θα μας ταξίδευαν κοντά του ή έστω κάπου μακριά απ’ το παρόν που έμοιαζε αφόρητο. Όποιον και να συναντούσαμε, είχε ακούσει μια ιστορία κι ήταν πρόθυμος να τη μεταφέρει στους άλλους· αυτή η ξαφνική διάθεση αλληλεγγύης έδινε ζωή ακόμα και στις πιο άνευρες κι άτεχνες αφηγήσεις, ώστε τελικά χωρίζαμε ικανοποιημένοι. Όταν ανταμώναμε οι τέσσερις –ή οι πέντε μας λίγο αργότερα– προσπαθούσαμε να ταυτίσουμε κάθε διήγηση με τη στιγμή και τον χώρο όπου την πρωτακούσαμε, αλλά ήταν εξίσου δύσκολο με το να αποφασίσουμε ποιο το σωστό τέλος ή η κατάλληλη αρχή για κάθε μια. Οι ιστορίες άλλαζαν διαστάσεις, ξεκινούσαν σαν τσιγκούνικα δίστιχα και δειλά χαϊκού, ώσπου ξεχείλωναν σε μακροτενείς αφηγήσεις δίχως τέλος, αμήχανα έπη, χνότα που κρυστάλλωναν στον παγωμένο αέρα κι έμεναν μια στιγμή εκκρεμή πριν θαφτούν στο γκρίζο χιόνι του δρόμου.

Ο Λάκυ απήγγειλε μια από τις ακροστιχίδες του Τέως, «Μικρές Γοργόνες Διαγουμίζουν Εννιά Σόλιγκ» ή «Καλός Ιστός Θαλασσινός Ήρθε υψωμένος», ενώ κάποιος άλλος θυμόταν μια λιμανίσια ιστορία του Σεβαστιανού, ο Μαρκόνης μνημόνευε τον καπετάν Τάκη τον Κολόμβο κι ο Τέως επέμενε πως συνάντησε δίπλα στον φάρο τον Ροντρίγκο ντε Τριάνα, τον πειρατή, τον σαλτιμπάγκο, τον πρώτο Ευρωπαίο που αντίκρισε την Αμερική (ορκιζόταν ότι τον αντάμωσε κουρελή και σακάτη να ατενίζει με ένα μονοκιάλι τα πέλαγα μασουλώντας φτηνό καπνό) κι έπειτα οι φωνές δυνάμωναν, καθένας επέμενε στη δική του εκδοχή με τα αυτιά ωστόσο στραμμένα στους άλλους· αν κάποιος μάς παρακολουθούσε, δεν θα ’βγαζε άκρη κι όμως στριμωγμένοι κάτω από ένα υπόστεγο, στα σκοτεινά, συντονιζόμασταν τελικά στο πολυφωνικό μας τραγούδι που αναβόσβηνε κι έτρεμε, αλλά αν το άκουγες προσεκτικά δεν μπορεί παρά να αντιλαμβανόσουν τη σημασία του.

Τα βρωμόνερα συνέχιζαν να τρέχουν στα λούκια και στους υπονόμους κι ακούγοντας τον παφλασμό αργά το βράδυ, ξεγελασμένοι από το κρύο, πιστεύαμε πως αρχαίοι υποχθόνιοι ποταμοί κυλούσαν ορμητικοί κάτω απ’ τα πόδια μας.

Άλλες φορές τυλιγμένοι στις κουβέρτες ανταλλάσσαμε ιστορίες θανάτων, επεισόδια που είχαμε ακούσει ή σκαρώναμε επιτόπου, περιστατικά τα οποία αφηγούμασταν σαν ξόρκια, για έναν εργάτη ο οποίος γλιστρώντας από τον τελευταίο όροφο μιας οικοδομής έσκασε πάνω σε στρώματα μονωτικού υλικού κι απρόσεκτος εξαιτίας της αναπάντεχης σωτηρίας έπεσε στον λάκκο του ασβέστη και κάηκε, για κάποιον ξένοιαστο στοχαστή που θαύμαζε την πτήση ενός αετού ώσπου μια χελώνα ξέφυγε από τα νύχια του πουλιού κι άνοιξε το κεφάλι του στα δύο, για μια πικρόχολη γεροντοκόρη που δάγκωσε τη γλώσσα της και πέθανε, για έναν επίδοξο χημικό που ζαλισμένος από ενθουσιασμό για τη νέα του ανακάλυψη ύψωσε αντί νερού ένα ισχυρό αντιδραστήριο και το ήπιε μέχρι τον πάτο, για μια ρομαντική κι ανέραστη λαίδη η οποία κατά τη διάρκεια του κυνηγιού ευχήθηκε ένα βέλος να τρυπήσει επιτέλους την καρδιά της κι η ευχή της πραγματοποιήθηκε, για έναν μασκαρά, ντυμένο γάτο, που τον σκότωσε η περιέργεια, ανέκδοτα για ανθρώπους που έσβησαν άδοξα πριν καλά καλά προφτάσουν να πουν «Τετέλεσται».

Κι ενώ όλα τα προηγούμενα χρόνια διαβάζαμε τα προμηνύματα της άνοιξης ένα ένα, τη μυρωδιά των λεμονανθών, τα αραιά φτεροκοπήματα των πελαργών, τις παπαρούνες που έσκαγαν σαν αμυχές στα παρτέρια, μια μέρα πριν μπει καλά καλά ο Φλεβάρης ξημέρωσε ένας απριλιάτικος ήλιος και σε δυο ώρες έλιωσαν τα χιόνια, έλαμψαν τα καλώδια και τα λούκια, κυμάτισαν οι κουρτίνες απ’ τα ανοιχτά παράθυρα σαν σημαίες, γυναίκες κι άντρες πρόβαλαν στους δρόμους διστακτικοί και σαστισμένοι, ώσπου ξανανιωμένοι από τις καυτές αχτίνες κι από τις νεραντζιές που άνθιζαν η μια μετά την άλλη με δροσερούς κρότους, ξέχασαν τις επιφυλάξεις τους και το ’ριξαν στα τρεχαλητά και στα γέλια με τέτοια απερισκεψία, οπότε δεν άργησαν να εκδηλωθούν τριβές και γκρίνιες, συχνά καβγάδες δυσεπίλυτοι κι ασυνεννοησία, αφού η παρατεταμένη απομόνωση είχε σαν συνέπεια να λησμονήσει ο ένας τη γλώσσα του άλλου και μόνο εμείς, μαθημένοι στους δρόμους, καταλαβαίναμε όλες τις γλώσσες κι όλες τις διαλέκτους και ενθουσιασμένοι από την αναπάντεχη ζέστη σπεύδαμε σε ρόλους διερμηνέα ή μεσολαβητή ανάμεσα σε Ευρωπαίους, Ασιάτες κι Αφρικανούς, ανάμεσα σε Ιταλούς, Ισπανούς, Νιγηριανούς, Κινέζους και Σύριους, σε καλοβαλμένους μεσήλικες κι ατίθασους έφηβους, ευπρεπείς κυρίες και κορίτσια του Λιμανιού, ανάμεσα σε καπεταναίους και εργάτες, τρυφηλούς εισοδηματίες και γεροδεμένους χειρώνακτες, γηγενείς κι εμιγκρέδες, ελπίζοντας να αβαντάρουμε την άνοιξη, να διασκεδάσουμε την ώρα μας, να παραμένουμε απασχολημένοι μακριά από τη μάντρα του αίματος.