Pick Language

Nikos Chryssos

Picture of Greek winner Nikos Chryssos

Born in 1972 in Athens, Nikos Chryssos (Νίκος Χρυσός) studied at the Department of  Biology at the National and Kapodistrian University of Athens and at the Department of Film Direction at the School of Cinematography ‘Lykourgos Stavrakos’. He is the owner of an old books’ store in Athens. He wrote the novels The Secret of the Last Page (Το μυστικό της τελευταίας σελίδας, Kastaniotis Editions 2009) and New Day (Καινούργια μέρα, Kastaniotis Editions 2018). In 2014 he edited the annotated revised edition of the book Unforgettable Times (Αξέχαστοι καιροί) by Lefteris Alexiou as well as the collected volume Stories of Books (Ιστορίες βιβλίων), both published by Kastaniotis Editions.  Since September 2018 he has been the Vice-President of the Greek Section of the ‘International Society of Friends of Nikos Kazantzakis’ (ISFNK).

Winning Book

Νίκος Χρυσός, Καινούργια μέρα (New day)

The book records the adventures of a homeless group who live and die in some southern European port. The central character called Sebastian is murdered. Ηis four mates, who remorsefully search for the deeper essence of his life and death, by delving into their shared memories, as well as his stories which are precious inheritance for them, they revivify their history in a sequence of episodes which alternate with Sebastian’s stories. Paul, one of the murderers, shaken by the savagery of the murder, becomes a mystic and a martyr, as it happened with Apostle Paul who bore the same name. His advice directs his four friends to record their memories and produce new artistic narratives endlessly. Sebastian remains, however, the great absentee. The New Day narrates the human adventure -- murder and redemption, cruelty and compassion, being at its core an allegory for the natural and the supernatural essence of narration.

Publishing House

Email Address: 
Phone No.: 
+30 697 3310428
Organisation: 
Ismini Kouroupi (Kastaniotis Editions)

Agent / Rights Director

Phone No.: 
+30 210 2432473 | +30 697 727 6743
Email Address: 
Representative: 
Catherine Fragou (Iris Literary Agency)

Excerpt

Μετά τα ασθενοφόρα και την Πυροσβεστική, έπειτα από τους νταγλαράδες της υπηρεσίας Προστασίας του Πολίτη και τα τσουτσέκια της Δημοτικής Αστυνομίας, ήρθε η σειρά της υδροφόρας και των υπαλλήλων καθαριότητας, οι οποίοι βάλθηκαν να καταβρέχουν και να τρίβουν τις στάχτες, τα καμένα λίπη και τα αίματα που είχαν αναμιχθεί σε μια πηχτή κηλίδα λάσπης στο πλάτωμα του παλιού αμαξοστασίου. Τρεις σκουπιδιάρες είχαν αράξει στο μπάσιμο της αλάνας και οι οδηγοί κάπνιζαν μπαϊλντισμένοι δίπλα στις καμπίνες, ενώ έξι άντρες με πορτοκαλί φόρμες τάιζαν τους περιστρεφόμενους κάδους με χαρτόκουτες, ξεβαμμένους μουσαμάδες, κουρελόπανα και ξύλινα κασόνια που κατά τη γνώμη μας δεν ήταν καθόλου για πέταμα. Δυο άλλοι, ντυμένοι στα πράσινα κι οπλισμένοι με βαριές συρμάτινες σκούπες, έτριβαν τον λεκέ, κουρασμένοι ήδη από το μάταιο της προσπάθειας, αφού καταβάθος γνώριζαν πως θα χρειαζόταν καιρός, κάμποσες βροχές κι αρκετός ήλιος για να σβηστούν τα ίχνη που άφησε ο φίλος μας. Το μόνο που κατάφερναν με το τρίψιμο ήταν να ζωντανεύει η μυρουδιά που είχε καθίσει στο τσιμέντο, μια οσμή άγρια και βαριά που ’κανε τα μάτια μας να θολώνουν και υποχρέωνε τους καθαριστές να στέκουν κάθε τόσο και να φτύνουν πικρές ροχάλες. Εν τω μεταξύ η υδροφόρα έστελνε κατά διαστήματα πίδακες νερού προς κάθε κατεύθυνση ραντίζοντας τις σκουριασμένες λαμαρίνες σαν να ήταν ποτιστική βεντάλια και οι ελάχιστοι κουρελήδες που είχαν ξεμείνει μέσα στα παρατημένα τροχοφόρα κούρνιαζαν κάτω απ’ τα σκεπάσματα, ελπίζοντας να τελειώσει το πανηγύρι πριν γίνουν μουσκίδι ως το κόκαλο. Πριν ολοκληρωθούν οι εργασίες καθαριότητας, άρχισαν να πέφτουν πυκνές νιφάδες και μέχρι το βράδυ ολόκληρο το Λιμάνι είχε καλυφθεί από ένα στρώμα χιονιού που έφτανε έως τη θάλασσα κι όταν αποχώρησαν τα οχήματα και οι άντρες του δήμου, οι άστεγοι ξεμύτισαν από τα μεταλλικά καταλύματά τους γυρεύοντας ζεστές γωνιές για να ξεχειμωνιάσουν και το αμαξοστάσιο έμεινε έρημο για σαράντα μέρες, όσο κράτησε δηλαδή εκείνο το πρωτόγνωρο κύμα ψύχους που παρέλυσε μια πόλη μαθημένη σε ήπιους μεσογειακούς χειμώνες, μαλακούς γραίγους, ντροπαλά μαϊστράλια και σύντομες τραμουντάνες.

Όλο εκείνο το διάστημα οι άνθρωποι περιόρισαν τόσο τις μετακινήσεις τους, ώστε στριμωγμένοι στις εισόδους των παλιών μεσοαστικών πολυκατοικιών του Α τομέα –στις «σπηλιές των γερόντων», όπως ήταν λίγο πολύ γνωστές στο σινάφι– σπάνια αναγκαζόμασταν να παραμερίσουμε για να μπει ή να βγει κάποιος τολμηρός υπερήλικας που αψηφούσε το κρύο, κι ακόμα και τότε κανείς δεν μας έδιωξε ούτε καν μας στραβοκοίταξε όπως συνήθως. Μικρές σταγόνες γλιστρούσαν από τα καλώδια και πριν προφτάσουν να σκάσουν στην άσφαλτο, πάγωναν η μια κάτω από την άλλη σχηματίζοντας μακριά κρυσταλλικά κορδόνια που έλαμπαν σαν στολίδια ώσπου ένα ξαφνικό ρεύμα αέρα να τα κατακρημνίσει. Εκατοντάδες τέτοιες αιχμηρές προεξοχές κρέμονταν πάνω απ’ τα κεφάλια μας κι όμως εμείς θρηνούσαμε κάθε τους πτώση, ανεξήγητα. Έτσι κατάλευκη η πόλη είχε χάσει την περπατησιά της κι αυτό επέτεινε μιαν αίσθηση αποπροσανατολισμού που είχε παρεπιδημήσει άξαφνα μέσα μας. Οι θόρυβοι είχαν σωπάσει και ήταν σαν να ’χε το λευκό βάψει και τα αυτιά εκτός από τα μάτια μας· μόνο ένα φύσημα ακουγόταν τα πρωινά κι ένα ελαφρύ σφύριγμα, λες και βρισκόμασταν μέσα σε μια τεράστια μπάλα που ξεφούσκωνε. Ακόμα κι οι μπάτσοι, που περιπολούσαν δυο δυο τις λεωφόρους, δεν μας έδιναν σημασία παρά έσπρωχναν τα βήματά τους, κι έτσι σφιγμένα από το κρύο τα μούτρα τους μας ήταν παντελώς άγνωστα σαν να μην είχαμε ανταμώσει ποτέ πριν, σαν να μη μας είχαν διώξει, απειλήσει, κυνηγήσει, μαντρώσει τόσες εκατοντάδες μέρες στην ίδια πόλη. Ένα πρωί είδαμε κάποιον αστυνόμο να στέκεται δίπλα σ’ έναν παγωμένο μπόγο στο παγκάκι μιας στάσης, περιεργάστηκε για μια στιγμή το ξαπλωμένο σώμα και με τα μούτρα γκρίζα σαν τη στάχτη γονάτισε κι άπλωσε το δεξί χέρι ίσα για να του κλείσει τα μάτια.

«Δεκάδες άστεγοι πεθαίνουν από το κρύο σε όλη τη χώρα», έγραψε κάποιος δημοσιογράφος σ’ ένα μονόστηλο στο πρωτοσέλιδο μιας απογευματινής εφημερίδας κάτω από τον κεντρικό τίτλο που υποσχόταν «ενδυνάμωση του κοινωνικού κράτους και παράλληλη ενίσχυση της κατανάλωσης».

«Ο τύπος στο παγκάκι λες να ’ταν νεκρός;» αναρωτήθηκε ο Λάκυ κι έπειτα απόλυτα βέβαιος: «Τον σκέπασε ο μπάτσος μέχρι πάνω και τη γλίτωσε», συμπλήρωσε καθησυχαστικά.

Το ίδιο πάντως βράδυ συνομολογήσαμε πως ήταν μια παρηγορητική εικόνα· ο ουρανός φάνταζε αβάσταχτα λευκός για να ξεμείνεις με τα μάτια ανοιχτά. Ακούγεται αστείο, μα ήταν ό,τι πιο κοντινό στη συμπόνια μπορέσαμε να σκεφτούμε.

Δυο φορές τη μέρα διασχίζαμε τους ημιέρημους δρόμους κι ανταμώναμε στα συσσίτια, που είχαν γίνει πολύ τακτικά λόγω ψύχους. Η σούπα πάγωνε προτού τη φέρεις στα χείλη και το λίπος έφτιαχνε αραιές κηλίδες στην επιφάνειά της, όμως ακόμα κι έτσι ήμασταν πιο χορτάτοι απ’ όσο συνήθως.

«Ας έχουμε θερμίδες αφού δεν μπορούμε να έχουμε θέρμανση», είπε κάποιος, αλλά κανέναν δεν ανακούφισαν τα λόγια του.

Μονάχα δυο Πακιστανάκια, τα οποία δεν καταλάβαιναν ακόμα τη γλώσσα, χαμογέλασαν δουλικά, αν ήταν χαμόγελα αυτά κι όχι μια θλιβερή προσπάθεια να ξεπαγώσουν τις μασέλες τους.

Μετά το γεύμα ή το δείπνο δοκιμάζαμε να ξαναθυμηθούμε ιστορίες που είχαμε ακούσει από εκείνον επιδιώκοντας να τις καθαρίζουμε από υπερβολές και ανοησίες που παρεισέφρεαν κατά την επαναδιήγησή τους από τον έναν ή τον άλλον, λες και ήταν δυνατόν να φτιάξουμε μια συλλογή, μια ανθολογία αποτελούμενη μονάχα από δικές του λέξεις στη σωστή σειρά. Συχνά οι ιστορίες άλλαζαν θέμα ή περιεχόμενο, αλλά στην πραγματικότητα κανείς δεν μπορούσε να είναι βέβαιος για το ποιες από αυτές είχε αφηγηθεί ο ίδιος ο Σεβαστιανός και ποιες ήταν μπολιασμένες με περιστατικά από τη δική μας ζωή, αφού ζαλισμένοι από την απώλεια είχαμε, περισσότερο από ποτέ, ανάγκη από εύηχα παραμύθια κι αποκαλυπτικούς μύθους, από διηγήσεις που θα μας ταξίδευαν κοντά του ή έστω κάπου μακριά απ’ το παρόν που έμοιαζε αφόρητο. Όποιον και να συναντούσαμε, είχε ακούσει μια ιστορία κι ήταν πρόθυμος να τη μεταφέρει στους άλλους· αυτή η ξαφνική διάθεση αλληλεγγύης έδινε ζωή ακόμα και στις πιο άνευρες κι άτεχνες αφηγήσεις, ώστε τελικά χωρίζαμε ικανοποιημένοι. Όταν ανταμώναμε οι τέσσερις –ή οι πέντε μας λίγο αργότερα– προσπαθούσαμε να ταυτίσουμε κάθε διήγηση με τη στιγμή και τον χώρο όπου την πρωτακούσαμε, αλλά ήταν εξίσου δύσκολο με το να αποφασίσουμε ποιο το σωστό τέλος ή η κατάλληλη αρχή για κάθε μια. Οι ιστορίες άλλαζαν διαστάσεις, ξεκινούσαν σαν τσιγκούνικα δίστιχα και δειλά χαϊκού, ώσπου ξεχείλωναν σε μακροτενείς αφηγήσεις δίχως τέλος, αμήχανα έπη, χνότα που κρυστάλλωναν στον παγωμένο αέρα κι έμεναν μια στιγμή εκκρεμή πριν θαφτούν στο γκρίζο χιόνι του δρόμου.

Ο Λάκυ απήγγειλε μια από τις ακροστιχίδες του Τέως, «Μικρές Γοργόνες Διαγουμίζουν Εννιά Σόλιγκ» ή «Καλός Ιστός Θαλασσινός Ήρθε υψωμένος», ενώ κάποιος άλλος θυμόταν μια λιμανίσια ιστορία του Σεβαστιανού, ο Μαρκόνης μνημόνευε τον καπετάν Τάκη τον Κολόμβο κι ο Τέως επέμενε πως συνάντησε δίπλα στον φάρο τον Ροντρίγκο ντε Τριάνα, τον πειρατή, τον σαλτιμπάγκο, τον πρώτο Ευρωπαίο που αντίκρισε την Αμερική (ορκιζόταν ότι τον αντάμωσε κουρελή και σακάτη να ατενίζει με ένα μονοκιάλι τα πέλαγα μασουλώντας φτηνό καπνό) κι έπειτα οι φωνές δυνάμωναν, καθένας επέμενε στη δική του εκδοχή με τα αυτιά ωστόσο στραμμένα στους άλλους· αν κάποιος μάς παρακολουθούσε, δεν θα ’βγαζε άκρη κι όμως στριμωγμένοι κάτω από ένα υπόστεγο, στα σκοτεινά, συντονιζόμασταν τελικά στο πολυφωνικό μας τραγούδι που αναβόσβηνε κι έτρεμε, αλλά αν το άκουγες προσεκτικά δεν μπορεί παρά να αντιλαμβανόσουν τη σημασία του.

Τα βρωμόνερα συνέχιζαν να τρέχουν στα λούκια και στους υπονόμους κι ακούγοντας τον παφλασμό αργά το βράδυ, ξεγελασμένοι από το κρύο, πιστεύαμε πως αρχαίοι υποχθόνιοι ποταμοί κυλούσαν ορμητικοί κάτω απ’ τα πόδια μας.

Άλλες φορές τυλιγμένοι στις κουβέρτες ανταλλάσσαμε ιστορίες θανάτων, επεισόδια που είχαμε ακούσει ή σκαρώναμε επιτόπου, περιστατικά τα οποία αφηγούμασταν σαν ξόρκια, για έναν εργάτη ο οποίος γλιστρώντας από τον τελευταίο όροφο μιας οικοδομής έσκασε πάνω σε στρώματα μονωτικού υλικού κι απρόσεκτος εξαιτίας της αναπάντεχης σωτηρίας έπεσε στον λάκκο του ασβέστη και κάηκε, για κάποιον ξένοιαστο στοχαστή που θαύμαζε την πτήση ενός αετού ώσπου μια χελώνα ξέφυγε από τα νύχια του πουλιού κι άνοιξε το κεφάλι του στα δύο, για μια πικρόχολη γεροντοκόρη που δάγκωσε τη γλώσσα της και πέθανε, για έναν επίδοξο χημικό που ζαλισμένος από ενθουσιασμό για τη νέα του ανακάλυψη ύψωσε αντί νερού ένα ισχυρό αντιδραστήριο και το ήπιε μέχρι τον πάτο, για μια ρομαντική κι ανέραστη λαίδη η οποία κατά τη διάρκεια του κυνηγιού ευχήθηκε ένα βέλος να τρυπήσει επιτέλους την καρδιά της κι η ευχή της πραγματοποιήθηκε, για έναν μασκαρά, ντυμένο γάτο, που τον σκότωσε η περιέργεια, ανέκδοτα για ανθρώπους που έσβησαν άδοξα πριν καλά καλά προφτάσουν να πουν «Τετέλεσται».

Κι ενώ όλα τα προηγούμενα χρόνια διαβάζαμε τα προμηνύματα της άνοιξης ένα ένα, τη μυρωδιά των λεμονανθών, τα αραιά φτεροκοπήματα των πελαργών, τις παπαρούνες που έσκαγαν σαν αμυχές στα παρτέρια, μια μέρα πριν μπει καλά καλά ο Φλεβάρης ξημέρωσε ένας απριλιάτικος ήλιος και σε δυο ώρες έλιωσαν τα χιόνια, έλαμψαν τα καλώδια και τα λούκια, κυμάτισαν οι κουρτίνες απ’ τα ανοιχτά παράθυρα σαν σημαίες, γυναίκες κι άντρες πρόβαλαν στους δρόμους διστακτικοί και σαστισμένοι, ώσπου ξανανιωμένοι από τις καυτές αχτίνες κι από τις νεραντζιές που άνθιζαν η μια μετά την άλλη με δροσερούς κρότους, ξέχασαν τις επιφυλάξεις τους και το ’ριξαν στα τρεχαλητά και στα γέλια με τέτοια απερισκεψία, οπότε δεν άργησαν να εκδηλωθούν τριβές και γκρίνιες, συχνά καβγάδες δυσεπίλυτοι κι ασυνεννοησία, αφού η παρατεταμένη απομόνωση είχε σαν συνέπεια να λησμονήσει ο ένας τη γλώσσα του άλλου και μόνο εμείς, μαθημένοι στους δρόμους, καταλαβαίναμε όλες τις γλώσσες κι όλες τις διαλέκτους και ενθουσιασμένοι από την αναπάντεχη ζέστη σπεύδαμε σε ρόλους διερμηνέα ή μεσολαβητή ανάμεσα σε Ευρωπαίους, Ασιάτες κι Αφρικανούς, ανάμεσα σε Ιταλούς, Ισπανούς, Νιγηριανούς, Κινέζους και Σύριους, σε καλοβαλμένους μεσήλικες κι ατίθασους έφηβους, ευπρεπείς κυρίες και κορίτσια του Λιμανιού, ανάμεσα σε καπεταναίους και εργάτες, τρυφηλούς εισοδηματίες και γεροδεμένους χειρώνακτες, γηγενείς κι εμιγκρέδες, ελπίζοντας να αβαντάρουμε την άνοιξη, να διασκεδάσουμε την ώρα μας, να παραμένουμε απασχολημένοι μακριά από τη μάντρα του αίματος.

 

(EN) 

After the ambulances and the Fire Brigade, the louts from the Department of Public Safety and the crooks from the Local Police, it was the turn of the water truck and municipal cleaners, who set about soaking and rubbing the ash, burnt fat and blood which had blended into a thick stain of mud on the floor of the old depot. Three rubbish trucks had parked themselves at the entrance to the enclosure and the drivers were smoking lethargically beside the cabins, while six men in orange uniforms were feeding the returning bins with cardboard boxes, faded tarpaulins, rags and wooden crates which in our opinion weren’t in the least for chucking. Two others, dressed in green and armed with heavy wire brushes, scrubbed at the stain, bored already by the vanity of the attempt, since at heart they knew it needed time, a few rains and plenty of sun to rub out the traces left by our friend. All they succeeded in doing with their scrubbing was to revive the smell which had settled into the cement, an angry heavy stench that made our eyes water and obliged the cleaners every so often to stand and hurl out bitter gobs of spit. Meanwhile the water lorry sent intermittent jets of water in every direction spraying at the rusty sheet iron like a garden sprinkler and the few people in rags remaining in the abandoned caravans hid under their blankets, hoping for the jamboree to end before they were soaked to the bone. Before the cleaning operation was complete, thick snowflakes began to fall and by the evening the entire Port was covered in a layer of snow which reached to the sea and when the vehicles and men from the municipality had departed, the homeless people poked out of their metal cabins looking for a warm corner to spend the winter and the depot was deserted for forty days, for as long as that unprecedented wave of cold lasted which paralysed a town used to gentle mediterranean winters, mild north-easterlies, tentative mistrals and brief north winds. 

All that time people limited their movements, so much so that crammed in the entrance of the old bourgeois apartment blocks of the A sector - the ‘old people’s caves’, as they were generally known - we rarely had to make way for a bold elderly person disdaining the cold either to enter or leave, and when they did they never shooed us away or looked at us oddly as they usually do. Small drops slid along the wires and just before they splashed onto the tarmac they froze, one beneath the other, forming long crystal ribbons which shone like jewels until a sudden gust of wind shattered them. Hundreds of such sharp protrusions hung over our heads and yet we mourned their every fall, inexplicably. The snow-covered town had lost its rhythm, and this intensified the sense of disorientation that suddenly came over us. The sounds were hushed as if our ears as well as our eyes had been painted white; only a susurration to be heard in the mornings and a soft whistling sound, we might have been inside a giant deflating balloon. Even the cops, who wandered in twos around the streets, didn’t take any notice of us but shuffled their feet and screwed up their faces in the cold until they were totally unrecognisable as if we’d never met them before, as if they had never moved us on, threatened us, hunted us down, kept us incarcerated for all those hundreds of days in the same town. One morning we saw a policeman standing next to a frozen bundle on the bench at a bus stop, he examined the reclining figure for a moment and then with a face grey as ash he knelt and stretched out his right hand just far enough to close the man’s eyes.

‘Dozens of homeless people are dying of cold all over the country,’ a journalist’s column on the front page of an evening newspaper with the headline promising ‘a strengthening of the welfare state while also increasing consumption.’

‘Do you think the guy on the bench was dead?’ wondered Lucky, and then with complete confidence added to reassure us: ‘The cop covered him right up and he survived.’

Τhat evening we agreed that on the whole it was a reassuring scene; the sky was too unbearably white for anyone to be left with their eyes open. It sounds absurd, but it was the closest to compassion we were able to get.

Twice a day we crossed the half-deserted roads and met at soup kitchens, which were much more regular due to the cold. The soup was frozen before it reached your lips with a thin stain of fat on its surface, but even so we were less hungry than usual.

‘We might as well have calories since we can’t have heat,’ someone said, but his words didn’t alleviate the mood.

Only two Pakistani boys, who didn’t yet know the language, smiled ingratiatingly, but they were barely smiles, rather a feeble attempt to unfreeze their jaws.

After the lunch or supper we tried to remember stories we had heard him tell, and attempted to clean up the exaggerations and idiocies that had crept in at the retelling by one person or another, as if we might make a collection, an anthology consisting solely of his own words in the right order. Often the stories changed theme or content, but in fact no-one could be certain as to which of them had been told by Sebastian himself and which had been grafted with circumstances from our own life, we were so dazed by our loss that we had, more than ever, a need for pretty sounding fairy stories and revelatory myths, of narratives which would take us nearer to him or at least somewhere far away from the present which seemed intolerable. Whoever we met, they’d have heard a story and be eager to tell it to the others; this sudden disposition for solidarity brought alive the most lacklustre and feeble tales, so that in the end we parted satisfied. Whenever the four of us met - or the five of us a little later - we tried to identify each story by the moment and place we first heard it, but it was as difficult as deciding which was the true ending or the best beginning for each one. The stories changed dimension, began as miserly couplets and timid haikus, until they spilled out as lengthy narratives without end, clumsy epics, out-breaths that crystallised in the frozen air and stayed for a second suspended before being buried in the grey snow on the road.

Lucky recited one of Teo’s anagrams, ‘Small Mermaids Plunder Nine Solings’ or ‘A Good Seaworthy Sail Arrives Hoisted’, another called to mind a sailor’s yarn of Sebastian’s, Marconi reminisced about Captain Taki the Columbian, and Teo insisted he had seen Rodriguo de Triana by the lighthouse, the pirate, the charlatan, the first European to set eyes on America (he swore he had met him - a cripple in rags looking out to sea through an eyeglass and chewing cheap tobacco) and then the voices grew louder, each insisting on their own version while listening out for the others; anyone watching would have been utterly confused, and yet holed up beneath a shelter, in the dark, we finally came together in harmony, and though our song flickered and trembled, if you listened carefully you couldn’t help but understand its meaning.

The dirty water continued to flow down the drains and gutters and hearing the splashing late at night, deceived by the cold, we thought of ancient underground rivers rushing boisterously beneath our feet.

At other times wrapped in our blankets we exchanged stories of death, incidents we had heard about or made up on the spot, circumstances that we narrated as an exorcism, about a worker who had slipped on the top floor of a building and crashed onto layers of insulation material and then elated by his unexpected salvation fell into the lime pit and was burned, about a carefree dreamer admiring the flight of an eagle when a tortoise slipped from the bird’s talons and cracked his head open in two, about a wizened old maid who swallowed her tongue and died, about an aspiring chemist who dizzy with excitement at a new invention raised a strong reactive solution to his lips instead of water and downed it to the dregs, about a romantic, lovelorn lady, who prayed throughout the hunt for an arrow to pierce her heart at last, and had her wish come true, and about a masquerader, dressed as a cat, whom curiosity killed, anecdotes about people who perished ingloriously before they could say ‘It is finished.’

And whereas in previous years we read the signs of spring one at a time, the scent of lemon blossom, the flapping of storks’ wings, poppies blooming like weals on the terraces, one day right at the beginning of February an April sun rose in the sky and two hours later the snow had melted, wires and drains gleamed, curtains billowed through the opened windows like ensigns, women and men came out onto the street, hesitant and dazed, until revived by the burning sun and the seville orange trees bursting each in their turn with fresh buds they forgot to be cautious, and took to scampering about and laughing with such abandon, that it wasn’t long before the friction and the complaints began, frequent petty quarrels and miscommunication, the result of an extended period of isolation which meant they had forgotten one another’s language and only we, habituated to the streets, understood all the languages and all the dialects and encouraged by the unexpected warmth we hastened to take on the role of interpreter or mediator between Europeans, Asians and Africans, between Italians, Spaniards, Nigerians, Chinese and Syrians, the wealthy middle-aged and the rebellious teenager, decent women and girls from the Port, skippers, pampered rentiers and stocky manual workers, between natives and expats, hoping that we would hasten the spring, while away our time, keep ourselves busy far away from the bloody depot. 

 

Translated from Greek by Irene Noel-Baker.